Έκθεση Ζωγραφικής "ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ"

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων θα φιλοξενήσει την έκθεση ζωγραφικής της Ελένης Γούναρη με τίτλο "ΑΝΑΔΡΟΜέΣ".
Τα εγκαίνεια της έκθεσης θα γίνουν το Σάββατο 19 Νοεμβρίου στις 8 το βράδυ και θα διαρκέσει μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου.
Η έκθεση θα λειτουργεί καθημερινά από τις 9 το πρωϊ εως τις 2 το μεσημέρι.

 

Συνοδευτικό κείμενο για την έκθεση της Κατερίνας Δεμέτη, Διευθύντριας Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων:

Η δυναμική ενός Μουσείου δεν εξαντλείται στα μόνιμα εκθέματα της συλλογής του ούτε στα αντικείμενα που βρίσκονται στις αποθήκες του και αποκτά μέσα από αγορές, δωρεές ή χρησιδάνεια. Έγκειται κυρίως στο διάλογο που αναπτύσσει με τους επισκέπτες του και στη δυνατότητα που έχει κάθε φορά να αναπροσαρμόζεται στις συνθήκες της εποχής του.

Έτσι η έκθεση της Ελένης Γούναρη, με τίτλο «ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ», μιας ζωγράφου, που ανήκει στην πρωτοπορία των εικαστικών της πατρίδας μας, συμβάλλει στην ανάπτυξη αυτού του διαλόγου, καθώς ευαισθητοποιεί πάνω σε θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Τα έργα της, που εκτίθενται στο Μουσείο Σολωμού, προέρχονται από όλες τις περιόδους της εικαστικής της διαδρομής και καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα των προβλημάτων, που βασανίζουν τον άνθρωπο της εποχής μας. Συγχρόνως, με αυτοσαρκασμό, δίνει και τη δική της ερμηνεία για τον τρόπο που η ίδια τοποθετείται στα προβλήματα αυτά. («Είναι αυτό Τέχνη;», έργο καταλόγου αρ.1).

Με στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, ξεκινά την εικαστική της περιπέτεια αξιοποιώντας την μικτή τεχνική και το κολάζ, την ακουαρέλα, το κάρβουνο, το λάδι και τα ακρυλικά. Εμπνέεται από την πρώτη –και ίσως ωραιότερη- εκτενή ποιητική σύνθεση από τις 17, της «Τέταρτης Διάστασης» του Γιάννη Ρίτσου,Τη Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956) για να θέσει το θέμα του Χρόνου(«Σονάτα Ι»«Σονάτα ΙΙ», έργα καταλ. αρ.2-3). 

Η ηλικιωμένη Γυναίκα με τα Μαύρα, μπροστά στην επικείμενη δύση της ζωής της, ζητά επιτακτικά από τον ωραίο Νέο, που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του: «Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου». Η υπόμνηση της ομορφιάς και της νιότης που περνά, καθοδηγεί τον επισκέπτη της έκθεσης να σκεφτεί το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης (παιδική ηλικία-εφηβεία-ενηλικίωση-ωριμότητα-γηρατειά) και να επανατοποθετηθεί πάνω στο τι ήθελε/θέλει, τι προσδοκά, τι τελικά πραγματοποίησε στην διαδρομή της ζωής του. Έμμεση παρότρυνση της ζωγράφου για τους στόχους και τις επιλογές του καθένα μας…

Χρησιμοποιώντας θεματικά μοτίβα, που αναδεικνύονται σε σύμβολα στο έργο της, όπως η σκάλα («Το βάθος» έργο καταλ.αρ.4), παρουσιάζει την ανοδική και καθοδική πορεία της ζωής μας και μόνον η μετατροπή του χρώματος από γκρι σε κόκκινο, μπορούν να δώσουν χρώμα στις εμπειρίες μας: άλλες καλές και άλλες κακές,  («Κόκκινη σκάλα», έργο καταλ. αρ. 28). Όλες όμως οι σκάλες είναι κομμένες, υπόμνηση ότι όλα κάποτε τελειώνουν.

Συχνά πάλι βασανιζόμαστε από τον προβληματισμό για το ποιον δρόμο θα ακολουθήσουμε: θ’ ανεβούμε ή θα κατεβούμε το σκαλί; («Δισταγμός»έργο καταλόγου αρ.20). 

Αυτή η δυνατότητα της επιλογής, μάς δίνει και την ελευθερία να ακολουθήσουμε ή να απορρίψουμε μίαν ιδέα, ένα σύντροφο, μία πολιτική τοποθέτηση. Και το αποτέλεσμα αυτής μας της επιλογής μπορεί να είναι η απουσία μας από την ζωή του άλλου («Έφυγε», έργο καταλ.αρ.21) ή η λεπταίσθητη εμπειρία από κάτι που ειπώθηκε κι άφησε το χνάρι του στη ζωή μας («Was it something that you said?», έργο καταλ.αρ.22). 


Αυτές οι επιλογές είναι που μας ομορφαίνουν ή μας ασκημαίνουνΜορφή Ι» και « Μορφή ΙΙ»έργα καταλ. αρ.5-6) κι άλλοτε μας κάνουν να φαινόμαστε σκεφτικοί, καθώς μας κυνηγούν απρόσωπες, λευκές μορφές - οι Ερινύες των πράξεών μας Περισυλλογή»έργο καταλ.αρ.7) κι άλλοτε μας κάνουν να φαινόμαστε σίγουροι γι’ αυτές, έχοντας τοποθετήσει στέρεα σημεία στις αναζητήσεις μας, τόσο στέρεα, όπως οι αρχαιοελληνικές Ερμές, οι λίθινες τετράπλευρες ορθογώνιες στήλες με την προτομή στην κορυφή και τον κορμό άνδρα, που τοποθετούνταν ως οδοδείκτες ή αφιερώματα ή σύμβολα ορίων μιας ακίνητης περιουσίας («Αμφιπρόσωπη Μορφή», έργο καταλ.αρ.8).

 
Ζώντας ωστόσο σε μια εποχή που κυριαρχεί η τεχνολογία, πολλοί από εμάς έχουμε απολέσει την πραγματική ζωή, έχουμε απολέσει την ίδια την ψυχή μας κι έχουμε κλειστεί στην οθόνη ενός κομπιούτερ («Στην οθόνη», έργο καταλ.αρ.9).

 Έξω από αυτή δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις, όλα αναβοσβήνουν παγερά στα χρώματα των pixels. Για κάποιους τυχερούς όμως υπάρχει ελπίδα: είναι ο έρωτας, είναι η αγάπη, είναι η αρχή μιας σχέσης, που μας οδηγεί να ανεβούμε την κλίμακα του βίου μας και να θέσουμε στόχους, να κυνηγήσουμε καρέκλες, στο τέλος όμως όλα ξαναγυρίζουν στο χάος, καθώς όλοι είμαστε χαμένοι από τον τρόπο που μας έχουν επιβάλει οι άλλοι να ζούμε και από τις λάθος επιλογές μας Life», έργο καταλ.αρ.10).

Ευγενικές μορφές των γραμμάτων μας, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1961), έχει μιλήσει μέσα από τα έργα του για την αμφιθυμία της ανθρώπινης φύσης [Μαργαρίτα Στέφα (1906), Ο κόκκινος βράχος (1915),Πλούσιοι και φτωχοί, Τίμιοι και Άτιμοι, Τυχεροί και Άτυχοι: Μια κοινωνική  τριλογία(1926) κ.ά.]. Στα Σκίτσα που φιλοτέχνησε η Γούναρη για το πρόγραμμα του Συνεδρίου, που οργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Έρευνας και Προαγωγής Πολιτισμού «ΠΛΑΤΥΦΟΡΟΣ», με θέμα: «Γρηγόριος Ξενόπουλος, ’50 χρόνια μετά, Ζάκυνθος 16-17-18 Νοέμβρη 2001», τον βλέπουμε να μας παρακολουθεί σκεπτικός, με όλη τη γλυκύτητα και τη σοφία της καλοσυνάτης του μορφής.(«Ξενόπουλος», Τρίπτυχο, έργο καταλ.αρ.11).
 
Ίσως διαισθάνεται κι εκείνος, αυτό που η ζωγράφος μετά από χρόνια θα καταγγείλει, για το βιασμό της φύσης, στα έργα της με περιβαλλοντικό μήνυμα («Σκουριά», έργο καταλ.αρ.12), και σε αυτά που στηλιτεύουν την απάθειά μας απέναντι στα μνημεία, που καθημερινά βρωμίζουν και καταρρέουν από την αδιαφορία μας («Σκιά», έργο καταλ. αρ.13).
 
 Και δεν είναι ο μόνος: Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), Δημήτρης Λάγιος (1952-1991), εμβληματικές μορφές του ζακυνθινού Επτανησιακού Πολιτισμού, σήκωσαν ψηλά, ο καθένας στον τομέα του, την αίγλη του μικρού μας νησιού. Ανέβηκαν τη δική τους κλίμακα στον υπέρτατο αναβαθμό και κατάφεραν να γίνουν σύμβολα, πρωτεργάτες Σχολών και γιατί όχι λατρεμένα είδωλα, που έδωσαν άλλοθι σε πολλές από τις δικές μας παραλείψεις(«Σε αυτό το θέατρο έχουμε Θεατές», έργο καταλ.αρ.14).
 
Και τον λόγο τον δίνει γι’ αυτό η Γούναρη. Γιατί είμαστε όλοι ηττημένοι.(«Lost», έργο καταλ.αρ.15). Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε το μεγαλείο του δικού τους έργου, που προέκυψε από μεγάλο μόχθο πνευματικό, από πάλη με τον εσωτερικό τους κόσμο και από αντιξοότητες εξωτερικές. Γι’ αυτό κατρακυλάμε όλο και πιο βαθιά, στης σπείρας τους ατέρμονους κύκλους, χαμένοι στο δικό μας μικρόκοσμο Εσωτερικό», έργο καταλ.αρ.16).
 
Ακόμα και παγκόσμια ζητήματα, όπως το προσφυγικό, που έχουν πάρει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης, αδυνατούμε να προσεγγίσουμε την επίλυσή του, κλεισμένοι, ο καθένας και όλοι μαζί, στις προσωπικές μας αγκυλώσεις, παρασυρμένοι από άστοχες συλλογικές αποφάσεις κι ενέργειες. Η ζωγράφος όμως, δίνει τη δική της συνεισφορά, με τις αφίσες που επελέγησαν στοδιαγωνισμό αφίσας για το Ίδρυμα Κακογιάννη, του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (3-19 Ιουνίου 2016), στην επίλυση του προβλήματος (Μεταναστευτικό Ι και Μεταναστευτικό ΙΙέργα καταλ. αρ.5-6). Ξεχωρίζοντας από το καραβάνι των προσφύγων την αιώνια μορφή της πατρικής και της μητρικής φιγούρας, με το βρέφος στην αγκαλιά, στοχεύει κατευθείαν στο θυμικό μας.
 
 Μας προκαλεί να σκεφτούμε και την δική μας πατρίδα, και γιατί όχι, να σιγοτραγουδήσουμε τον «Φιλόπατρι» του άλλου Μεγάλου μας Ποιητή, Ανδρέα Κάλβου, τον οποίο μνημονεύει στο έργο που φιλοτέχνησε για το Αφιέρωμα για τα 140 χρόνια από τον θάνατό του, για το περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα, (Ζάκυνθος, Φθινόπωρο- Χειμώνας 2009, σελ. 635), («Του Κάλβου», έργο καταλ.αρ.19). Σ’ αυτό εμπνέεται από την ε΄ στροφή: «Συ, όταν τα ουράνια ρόδα με αμαυρότατον / πέπλον σκεπάζη η νύκτα Συ είσαι των ονείρων μου /η χαρά μόνη». Πώς οι πρόσφυγες να νοιώθουν, εγκλωβισμένοι σε αφιλόξενες νέες χώρες, στοιβαγμένοι στα γκέτο της ντροπής, θαλασσοπνιγμένοι από τα νερά φουρτουνιασμένων θαλασσών, χτυπημένοι από την αδιαφορία και την απάθειά μας;
 
Η ζωγράφος ενεργοποιείται και σε θέματα αλληλεγγύης, όπως η πολύ όμορφη εκστρατεία του «Καφέ σε αναμονή», από την οποία προέκυψε το ομώνυμο έργο («Καφές σε αναμονή»έργο καταλ.αρ.22), που γεννήθηκε για να δώσει μία πρακτική απάντηση σε συνανθρώπους μας, που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάρουν ούτε  έναν καφέ, στην Ελλάδα της κρίσης.  Και κάνει την ευχή οι τοίχοι μας, που υψώνουμε γύρω μας να έχουν παράθυρα, μέσα από το ομώνυμο έργο («Να ‘χουν οι τοίχοι παράθυρα», έργο καταλ.αρ.24).
 
 Γιατί πόσα μπορούμε να κάνουμε από το καναπέ μας; Από ελάχιστα έως τίποτα, καταλήγοντας τελικά να είμαστε ολοκληρωτικά lost-losers-χαμένοι(«Από τον Καναπέ»έργο καταλ.αρ.25). Υπάρχει όμως η λύση, το περιβάλλον μπορεί να δεχτεί αλλαγή, φτάνει να μην το βλέπουμε απλά σαν ένα φόντο δράσης των δικών μας εσωτερικών προβλημάτων, αλλά να αποφασίσουμε να σπάσουμε τα όρια του αυτοεγκλωβισμού μας και να δράσουμε («Με φόντο», έργο καταλ.αρ.26).
 
Αυτό βέβαια το επιτυγχάνουν λίγοι. Στο «Ξέφυγε» (έργο καταλ.αρ.27),Λάδι· Εκτύπωση· Ένδυμα, Ένας από το πλήθος, το καταφέρνει. Μας κοιτάζει κατ’ ενώπιον, ενώ όλοι οι υπόλοιποι, παραδομένοι στον συρμό, αφήνονται να παρασυρθούν από το ρεύμα της εποχής. Η καρδιά όμως του Ενός πάλλεται, και ακόμα και αν μπορεί ως έργο να αναπαραχθεί ως εκτύπωση - μια τέχνη φτηνή και συχνή στις μέρες μας-  λίγο λίγο η αντίδραση του Ενός μπορεί να παρασύρει και τους υπόλοιπους και να αποκτήσει σώμα, υπόσταση, να ξεφύγει και να οδηγήσει σε ανατροπή.
 
Έτσι τελικά η Ελένη Γούναρη με τις ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ της, μέσα από τη δική της ιδιαίτερη οπτική, επανιδρύει συνειδητά το διάλογο με το παρελθόν, εντοπίζει τα εσωτερικά ζητήματα που ταλανίζουν τον καθένα μας, στηλιτεύει φαινόμενα κοινωνικά και προτείνει τις ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ, που ο καθένας μας θα επιτρέψει στον εαυτό του να αντιληφθεί, μετά την επίσκεψή του στην έκθεσή της, στο Μουσείο.